στρουκτουραλισμός — ο, Ν ο δομισμός, κοινή θεωρία και, ιδίως, η μεθοδολογία ορισμένων επιστημών τού ανθρώπου που στοχεύει στην προσέγγιση τών ανθρώπινων πραγμάτων, τα οποία αυτές μελετούν, ως ένα σύνολο αλληλοπροσδιοριζόμενων, βάσει γενικών κανόνων, στοιχείων στο… … Dictionary of Greek
δομισμός ή στρουκτουραλισμός — Επιστημονική κατεύθυνση στον τομέα της γλωσσολογίας, της εθνολογίας και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, σύμφωνα με την οποία τα φαινόμενα που ερευνώνται από τους κλάδους αυτούς δεν παρατηρούνται μεμονωμένα, αλλά ως στοιχεία μιας δομής, δηλαδή… … Dictionary of Greek
στρουκτουραλιστικός — ή, ό, Ν [στρουκτουραλισμός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον στρουκτουραλισμό … Dictionary of Greek
Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… … Dictionary of Greek
Κρίστεβα, Γιούλια — (Julia Kristeva, Σλίβνο, Βουλγαρία 1941 –). Γαλλίδα ψυχαναλύτρια, φιλόσοφος και κριτικός λογοτεχνίας, βουλγαρικής καταγωγής. Αρχικά σπούδασε γλωσσολογία στη Βουλγαρία, ενώ το 1966 συνέχισε τις σπουδές της στο Collège de France, στο Παρίσι.… … Dictionary of Greek